Υπάρχουν μπαμπάδες του «μην με περιμένεις, απόψε θα βγω με τους φίλους μου» και μπαμπάδες του «ελπίζω να επιστρέψω σύντομα». Ο δικός μου ο μπαμπάς ήταν μια κατηγορία μόνος ήταν ο μπαμπάς μου
Η βόλτα με το κουλουράκι.
Κάθε Σάββατο πρωί είχαμε την ιεροτελεστία μας. Μου κρατούσε το χεράκι μου σφιχτά στη μεγάλη του παλάμη. Ένιωθα ότι τίποτα κακό δεν μπορούσε να με ακουμπήσει. Εγώ, ανυπόμονη όπως πάντα, δάγκωνα το κουλουράκι λαίμαργα. Και κάθε φορά μου γλιστρούσε και έπεφτε κάτω. Τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα.
Εκείνος τότε γονάτιζε για να έρθει στο ύψος μου. Μου σκούπιζε ένα φανταστικό ψίχουλο από το μάγουλο και μου ψιθύριζε με εκείνο το χαμόγελο που φώτιζε όλο τον δρόμο:
“Σσσ… Μην στεναχωριέσαι, καρδούλα μου. Κοίτα. Τα πουλάκια περίμεναν πρωινό. Τους κάναμε δώρο σήμερα. Εμείς θα πάρουμε άλλο, ακόμα πιο νόστιμο.”
Μου έμαθε από 5 χρονών ότι η απώλεια δεν είναι το τέλος. Είναι η αρχή για κάποιον άλλο. Ότι ακόμα κι όταν πέφτεις, κάτι όμορφο μπορεί να βγει από αυτό.
Με είδε σε όλες μου τις φάσεις. Με είδε και τις νύχτες που η σιωπή του δωματίου μου γινόταν πολύ δυνατή. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, δεν ρωτούσε πολλά. Απλώς χάιδευε τα μαλλιά μου και μου έλεγε “μην στεναχωριέσαι, πουλάκι μου”. Και η νύχτα ξαφνικά μαλάκωνε. Ήταν το δικό του μαγικό φάρμακο.
Χαιρόταν με τις χαρές μου. Λυπόταν με τις λύπες μου. Φανερά ή σιωπηλά, ήταν πάντα εκεί. Μέχρι εκείνο το πρωί που δεν ήταν.
Στην αρχή, έπειθα τον εαυτό μου ότι είχε πάει ένα ταξίδι με τη μητέρα μου και θα ερχόταν. Ήταν ο τρόπος μου για να συνηθίσω την απουσία του
Κάθε φορά που κάτι μου πέφτει από τα χέρια, ένα όνειρο, μια ελπίδα, ένα κουλουράκι, ακούω τη φωνή του: “Μην στεναχωριέσαι. Κάποιος το είχε περισσότερη ανάγκη. Εσύ θα βρεις άλλο”.
Και τις νύχτες που νιώθω μόνη, έρχεται στα όνειρά μου. Δεν θυμάμαι τι μου λέει. Θυμάμαι μόνο πώς νιώθω όταν ξυπνάω: ότι για ό,τι με απασχολεί, υπάρχει απάντηση. Ότι δεν είμαι μόνη.
Εγώ είχα την τύχη να ζήσω τον μπαμπά μου.
Να τον μυρίσω όταν γύριζε απ’ τη δουλειά και μύριζε ασφάλεια. Να ακούσω το γέλιο του στο σπίτι. Να με δει να πέφτω και να με σηκώσει.
Πολλά παιδιά μεγαλώνουν με ένα επώνυμο στον τοίχο. Εγώ μεγάλωσα με ένα χέρι να κρατάει σφιχτά το δικό μου.
Υ.Γ. Μπαμπά μου, τα πουλάκια της γειτονιάς είναι ακόμα τα πιο χορτάτα. Γιατί ακόμα μου πέφτουν πράγματα. Αλλά πια χαμογελάω. Γιατί ξέρω πως με βλέπεις και μου κλείνεις το μάτι. Και παίρνω άλλο κουλουράκι. Όπως μου έμαθες.
Σ’ αγαπώ μέχρι τον ουρανό και πίσω.
Leave a Reply