Κάποτε, στην άκρη ενός μικρού χωριού, στεκόταν ένα παλιό δέντρο. Οι άνθρωποι έλεγαν πως ήταν εκεί πριν ακόμα χτιστούν τα πρώτα σπίτια. Τα καλοκαίρια πρόσφερε σκιά και τα απογεύματα άκουγε ιστορίες και γέλια παιδιών.
Ανάμεσα σε όλους, το αγαπούσε πιο πολύ ένα παιδί, ο Άρης. Καθόταν κάτω από τα κλαδιά του και του μιλούσε σαν να ήταν φίλος του. Και το δέντρο, με έναν τρόπο παράξενο, έμοιαζε να τον καταλαβαίνει.
Ώσπου μια μέρα, όλα άλλαξαν.
Ο ουρανός σκοτείνιασε από καπνό. Δυνατοί ήχοι γέμισαν τον αέρα. Οι άνθρωποι έφυγαν βιαστικά, αφήνοντας πίσω τους το χωριό άδειο. Ο Άρης έφυγε κι αυτός, χωρίς να προλάβει να αποχαιρετήσει.
Το δέντρο έμεινε μόνο.
Οι μέρες έγιναν βαριές. Η γη πονούσε και η σιωπή είχε γίνει πιο τρομακτική κι από τον θόρυβο. Το δέντρο έβλεπε τα πάντα και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Και τότε άρχισε να κλαίει — με φύλλα που έπεφταν πριν την ώρα τους, με κλαδιά που λύγιζαν από λύπη.
Πέρασε καιρός.
Μέχρι που μια μέρα, ένα γνώριμο βήμα πλησίασε.
Ο Άρης είχε επιστρέψει.
Πλησίασε αργά και άγγιξε τον κορμό.
«Γύρισα…» είπε σιγανά.
Τα φύλλα ψιθύρισαν.
«Σε περίμενα.»
Ο Άρης σήκωσε το βλέμμα του. «Μπορείς… να μιλήσεις;»
«Πάντα μιλούσα. Απλώς τώρα με ακούς.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Σου έλειψα;»
«Μου έλειψε η ζωή που είχατε εδώ. Τα γέλια σου…»
Ο Άρης χαμήλωσε το κεφάλι. «Όλα άλλαξαν… Δεν ήταν επιλογή μας.»
«Το ξέρω. Η γη το ένιωσε πριν από εσάς.»
«Φοβήθηκες;»
«Δεν φοβάμαι για μένα. Φοβάμαι για εσάς.»
Ο Άρης ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν. «Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί πόλεμος;»
Το δέντρο έμεινε σιωπηλό για λίγο.
«Όταν οι άνθρωποι ξεχνούν ότι ανήκουν στην ίδια γη, αρχίζουν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον…»
Ο Άρης άγγιξε πιο σφιχτά τον κορμό. «Μπορεί να σταματήσει;»
«Ναι… αν το θελήσετε πραγματικά.»
«Εγώ το θέλω,» είπε. «Δεν θέλω να ξαναφύγω. Δεν θέλω να σε ξαναδώ να κλαις.»
Τα φύλλα θρόισαν απαλά.
«Τότε ξεκίνα από εδώ. Από μια μικρή υπόσχεση.»
«Να θυμάμαι… και να μην αφήσω το μίσος να ριζώσει μέσα μου,» είπε ο Άρης.
«Αυτό είναι αρκετό για να αρχίσει κάτι καινούργιο.»
Για μια στιγμή, όλα ησύχασαν. Ο αέρας έγινε πιο ζεστός, το φως πιο καθαρό.
«Άρη…» ψιθύρισε το δέντρο.
«Ναι;»
«Δεν κλαίω πια.»
Ο Άρης χαμογέλασε αχνά.
Και εκεί, κάτω από τα ίδια κλαδιά που κάποτε άκουγαν μόνο πόνο, γεννήθηκε ξανά η ελπίδα.
Leave a Reply